Showing posts with label διήγημα. Show all posts
Showing posts with label διήγημα. Show all posts

Thursday, April 11, 2013

Παρμενίδης - Ένας ταξιδιώτης στο χρόνο...


Προχώρησε ένα βήμα και μετά δίστασε. Η Μηχανή δεν είχε ποτέ δοκιμαστεί στην πράξη και αισθανόταν άγχος. Ωστόσο αυτή ήταν η μοναδική ευκαιρία που είχαν πριν το Πεντάγωνο την πάρει στα χέρια του σε λίγες ώρες. Μια χρονομηχανή ήταν το όνειρο κάθε υπερδύναμης και αυτοί φαίνεται να το είχαν εκπληρώσει. Πριν όμως έρθουν οι στρατηγοί να παραλάβουν το απόκτημα τους, ήθελαν και αυτοί να εκπληρώσουν ένα δικό τους – πιο προσωπικό – όνειρο. Λίγες ημέρες πριν είχε ανακαλυφθεί το πτώμα ενός άντρα σε ένα χαντάκι, το οποίο χρονολογήθηκε στην εποχή της αρχαίας Αθήνας. Μαζί του βρέθηκαν κάποιες σημειώσεις για τον Παρμενίδη. Τώρα ήθελαν να δοκιμάσουν να πάνε πίσω στο χρόνο και να κάνουν αυτό που θα ζήλευαν πολλοί φιλόσοφοι – να μιλήσουν με τον ίδιο το Σωκράτη πρόσωπο με πρόσωπο! «Σίγουρα πιο ευγενής στόχος», σκέφτηκε ο James καθώς ξανάρχισε τώρα να περπατάει προς τη Μηχανή. Η τελευταία είχε μεταφερθεί μυστικά με C-5 στην Ελλάδα και είχε στηθεί σε ένα μέρος κοντά στο χαντάκι που είχε γίνει τις προάλλες η αρχαιολογική ανακάλυψη.

Το σκηνικό ήταν λιτό και τίποτα δεν πρόδιδε τη σημασία της στιγμής. Είχε αγωνία. Με μόνο σύμμαχο ένα μπλοκ σημειώσεων, μπήκε στη μηχανή. Ενεργοποίηση.

Χωρίς τα πολλά εφέ ή χρώματα που φανταζόταν πως θα έβλεπε, βρέθηκε στην αρχαία Αθήνα. Σουρούπωνε. Ο χρυσός αττικός ήλιος έδυε και ξαφνικά μέσα του ο James ηρέμησε. Όλο το άγχος έφυγε. Βρισκόταν στη μέση ενός χωματόδρομου μόνος του. Άκουσε βηματισμούς πίσω του. Κρύφτηκε. Αντιδρώντας ενστικτωδώς, χαμήλωσε το κεφάλι του κάτω από ένα ανάχωμα, χωρίς να ξέρει γιατί. Τρεις άνδρες περπατούσαν προς το μέρος του μιλώντας. Από μακριά άρχισε να κατανοεί την τρομερή του τύχη! Ήταν ο Παρμενίδης με το μαθητή του Ζήνωνα, που είχαν έρθει να επισκεφτούν την Αθήνα. Και ο τρίτος άνδρας, που τώρα φαινόταν νεαρός, ήταν ο Σωκράτης! Πολλοί ιστορικοί είχαν αναφερθεί σε αυτή τη συνάντηση αυτών των γιγάντων του πνεύματος. Και αυτός ήταν αυτόπτης μάρτυρας! Έβγαλε γρήγορα το μπλοκάκι και άρχισε να κρατάει σημειώσεις. Οι άνδρες περπατούσαν αργά και μιλούσαν δυνατά στην έρημη χωμάτινη διαδρομή. Κάτι δεν του άρεσε όμως στην όλη σκηνή. Το αγνόησε. Οι άνδρες τον είχαν πλησιάσει τώρα. Συνέχισε να γράφει μανιωδώς ό,τι άκουγε και τότε το συνειδητοποίησε έντρομος. Την ίδια στιγμή ένα φίδι τον δάγκωσε ξαφνικά στο λαιμό! Ήταν δίπλα του όσο ώρα έγραφε απορροφημένος και δεν το είχε προσέξει. Άρχισε να φτύνει αίμα ενώ το φίδι απομακρυνόταν μέσα στο χαντάκι. Το ίδιο χαντάκι που είχαν ανακαλύψει το νεκρό άντρα με τις σημειώσεις για τον Παρμενίδη! Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο του καθώς πέθαινε. Οι άντρες απομακρύνονταν.

Άρχισε να βρέχει. Παχιά λάσπη σιγά σιγά τον κάλυπτε. Τράβηξε τις σημειώσεις του κοντά του και κοιμήθηκε.

Σπύρος Κάκος
Αθηνα, 04/2013

Tuesday, February 19, 2013

Ένα τελευταίο πιάτο γεμιστά...


Μόλις είχε γυρίσει από την κηδεία. Η μητέρα του είχε πεθάνει. Ήταν το πρόσωπο που αγαπούσε όσο κανέναν άλλο στον κόσμο. Τον φρόντιζε από μικρό, τον αγάπησε, τον... τα μάτια του πάλι υγρά, άρχισε πάλι να κλαίει. Από μικρό παιδί είχε αναρρωτηθεί για την πιθανότητα (τότε ήταν ακόμα... πιθανότητα) να πεθάνουν οι γονείς του. Και κάθε φορά που το σκεφτόταν, ερχόταν η μητέρα του και τον καθησύχαζε ότι όλα θα πάνε καλά. Όχι όμως σήμερα. Σήμερα δεν ήταν εκεί. Δεν θα ήταν εκεί ποτέ ξανά. Και αυτό το "Ποτέ" τον γέμιζε απόγνωση. Ήταν αυτή η αίσθηση ασφάλειας που του έλειπε περισσότερο. Ένα πρόσωπο που τον αγαπάει όσο κανέναν άλλο, που θα έκανε τα πάντα για να είναι αυτός καλά.

Με βαριά βήματα άνοιξε την πόρτα. Πέρασε από το σαλόνι, μπήκε στην κουζίνα. Δεν είχε φάει τίποτα από την προηγούμενη μέρα. Από τότε που είχε ακούσει τα κακά νέα... Νόμιζε ότι το να φάει ήταν προσβολή για τη μητέρα του. Δεν μπορούσε να βάλει τίποτα στο στόμα του από τότε που πέθανε. Αλλά τώρα η βιολογία είχε έρθει να επιβληθεί της θέλησης του. Μηχανικά και χωρίς πραγματικά να το θέλει, άνοιξε το ψυγείο. Άνοιξε την πόρτα και είδε ένα πιάτο ντομάτες γεμιστές. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν πάλι από τα μάτια του. Δάκρυα που δεν μπορούσε να σταματήσει. Ήταν το φαγητό που του είχε ετοιμάσει η μητέρα του λίγο πριν πεθάνει. Με έξτρα πατάτες στο πλάι όπως ακριβώς του άρεσε. Το πήρε. Το έβαλε πάνω στο τραπέζι. Άρχισε να το τρώει. Αργά. Κάθε φορά που έτρωγε, θυμόταν τη μητέρα του να το ετοιμάζει. Έκλαιγε ακόμα περισσότερο. Κάθε μπουκιά του έφερνε ολοένα και περισσότερα δάκρυα καθώς τελείωνε το φαγητό. Είχε βάλει στο πιάτο και το επιπλέον ρύζι που λάτρευε. Κι άλλη μπουκιά. Το φαΐ ολοένα και λιγόστευε. Το τελευταίο γεύμα από τη μητέρα του. Το έτρωγε αλλά την ίδια στιγμή ήθελε να το αφήσει όπως είναι. Ήταν το τελευταίο πράγμα που είχε από αυτήν. Κι άλλη μπουκιά. Κάθε φορά που ένοιωθε τόσο καλά με το τόσο ωραίο φαΐ, θυμόταν ποιος το έφτιαξε και η ευφορία έφευγε αμέσως. Δάκρυα πάλι. Χωρίς να το καταλάβει, το έφαγε όλο. Όταν ήταν παιδί, θα ζητούσε πάντα κι άλλο. Και αυτή, με ένα χαμόγελο, θα του έδινε.

Αισθάνθηκε υπνηλία. Αργά έγειρε πάνω στο τραπέζι και ακούμπησε το κεφάλι του πάνω. Τα μάτια του έκλεισαν και ονειρεύτηκε το μόνο πράγμα που θα του έδινε χαρά. Ένα ακόμα πιάτο με ντομάτες γεμιστές... Και στον ύπνο του, για μια μονάχα στιγμή, χαμογέλασε...

Σπύρος Κάκος
2/2013 - Αθήνα, Ελλάδα


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...